ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΒΟΛΦ

2015-11-08 23:17

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΒΟΛΦ

Η εναρκτήρια σκηνή ή σεκάνς σε ένα έργο είναι αυτό που μας προδιαθέτει και μας ελκύει ή αποστρέφει απ` αυτό.

Αν μάλιστα αυτή η έναρξη έχει κάτι το πολύ ιδιαίτερο για μας, ένα ξεκάθαρο αιθέρα διαυγείας και συνάφειας με τη δοσμένη εκείνη τη στιγμή κατάσταση μας, τότε η έλξη και ο μαγνητισμός που νοιώθουμε μοιάζει πολύ με το πρώτο κοίταγμα των ερωτοχτυπημένων.

 Κι αν αυτή η δυναμική αρχή είναι η πρώτες αράδες σε ένα πεζογράφημαυπάρχει κάτι επιπλέον. Γιατί στο γραπτό λόγο η φαντασία είναι πιο ελεύθερη από την περίπτωση όπου έχουμε εικόνα και/ή ήχο - η συμμετοχή πολλών αισθήσεων έχει μια καθηλωτική λειτουργία - αντίθετα στο διάβασμα, η  πνευματική πρόσληψη αυτονομείται πιο ελεύθερα, γίνεται πιο αφαιρετική, γι` αυτό και πιο προσωπική και τότε είναι πιο μαγική.

 

Κάτι τέτοιο με αιχμαλώτισε όταν πρωτοάνοιξα ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΒΟΛΦ ενός άγνωστου μέχρι τώρα ρώσου συγγραφέα ονόματι ΓΚΑΙΤΟ ΓΚΑΖΝΤΑΝΟΦΤο φάντασμα του Αλεξάντρ Βολφ

Δίστασα την πρώτη φορά αλλά και όλες τις επόμενες όταν τύχαινε να μπω σε κάποιο βιβλιοπωλείο, αφού διάβαζα τις πρώτες αράδες με μια ένταση σαν να ήθελα να καταλάβω και γω δεν ξέρω τι μες σε μερικές λέξεις, πάντα το επέστρεφα στο ράφι του.

Είναι που σπάνια πια αγοράζω βιβλία (είναι μάλλον ακριβά για μένα) αλλά και σπάνια πλέον διαβάζω (από τεμπελιά και βαρεμάρα), μια και υπάρχουν σωροί αδιάβαστα, στο γραφείο μου να σκονίζονται …

Όμως βέβαια, από την πρώτη στιγμή που άνοιξα και διάβασα τις πρώτες γραμμές αυτού του μικρού μυθιστορήματος, ήξερα μέσα μου με το ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΒΟΛΦ θα συναντιόμουν αναμφίβολα. Αυτό και έγινε.

 

Από όλες τις ενθυμήσεις, από τα άπειρα βιώματα της ζωής μου, η πλέον οδυνηρή ανάμνηση ήταν εκείνη του μοναδικού φόνου που είχα διαπράξει. Από τη στιγμή που συνέβη, δεν θυμάμαι μέρα που μην ένοιωσα λύπη γι` αυτό. Καμιά τιμωρία δεν με απείλησε ποτέ, καθώς είχε συμβεί κάτω από πολύ ιδιάζουσες συνθήκες και ήταν ολοφάνερο ότι δεν μπορούσα να πράξω διαφορετικά. Επιπλέον, κανένας άλλος εκτός από μένα δεν το ήξερε. Ήταν ένα από τα αναρίθμητα επεισόδια του εμφυλίου πολέμου. Στη γενική εξέλιξη των πραγμάτων θα μπορούσε να εκληφθεί ως ασήμαντη λεπτομέρεια, πόσο μάλλον που στα λίγα λεπτά και δευτερόλεπτα που προηγήθηκαν του επεισοδίου, η έκβαση του απασχόλησε μόνον εμάς τους δυο – εμένα και έναν άγνωστο μου άντρα. Μετά έμεινα μόνο εγώ. Κανένας πια δεν εμπλεκόταν σ` αυτό.

 

 

«Μερικές φορές δεν υπάρχει τίποτα πιο πληκτικό από το να έχεις δίκιο.»

«Βεβαίως. Αν κάνετε τον κόπο να παρακολουθήσετε την αλληλουχία των συμβάντων μιας οποιασδήποτε ανθρώπινης ζωής, θα αναγκαστείτε να συμφωνήσετε ότι είναι σχεδόν πάντα θαυμαστή.»

«Πολύ συχνά δεν έχει κανένα ενδιαφέρον. Και σε πολλές περιπτώσεις είναι ακατανόητο, γιατί, στ` αλήθεια, έζησε ο ένας ή ο άλλος άνθρωπος τόσο ανώφελα και άνευ νοήματος.»

«Γνωρίζω μια βιογραφία,» είπε «τη βιογραφία ενός φτωχού έφηβου  Εβραίου από την Πολωνία, που γεννήθηκε σε οικογένεια μπακάλη, αλλά ονειρεύονταν την καριέρα ενός ράφτη. Πήρε μέρος στον πόλεμο, αιχμαλωτίστηκε, πολέμησε, τραυματίστηκε και μετά από πολλές περιπλανήσεις βρέθηκε στην Αγγλία, όπου κατάφερε να γίνει ράφτης, όπως πάντα ευχόταν. Το ονειρεύονταν στα υγρά χαρακώματα, υπό τους ήχους των πολυβόλων, στο νοσοκομείο, στην αιχμαλωσία. Κι αμέσως μόλις πήρε την πρώτη του παραγγελία, αρρώστησε από πνευμονία και πέθανε μέσα σε δέκα μέρες. Δείτε τι μοναδική επιμονή, τι καταπληκτικό τέλος!»

«Βλέπετε σε αυτό την έκφραση ενός ανώτερου νοήματος;»

Το πρόσωπο του σοβάρεψε, τα φωτεινά του μάτια την κοιτούσαν πάρα πολύ επίμονα.

«Δηλαδή εσάς δεν σας φαίνεται προφανές κάτι τέτοιο? Ήταν μια φυγή προς το θάνατο. Ονειρεύονταν να γίνει ράφτης όπως άλλοι ονειρεύονται δόξα ή πλούτη. Η μοίρα τον διαφύλαξε, θα έλεγες, ακριβώς για να επιτύχει αυτόν το στόχο. Δεν σκοτώθηκε στην αιχμαλωσία, δεν πέθανε από γάγγραινα ή από σηψαιμία στο νοσοκομείο,. Και όταν τέλος, το όνειρο του εκπληρώθηκε, αποδειχτηκε ότι η εκπλήρωση έφερε μέσα της το θάνατο του, προς τον οποίο τόσο πεισματικά όδευε όλον αυτό το καιρό. Κάθε ζωή γίνεται ξεκάθαρη – θέλω να πω η πορεία της, οι ιδιαιτερότητες της – μόνο τότε, τις τελευταίες στιγμές. Γνωρίζεται τον περσικό θρύλο για τον κηπουρό και το θάνατο?»

«Όχι»

«Μια φορά πήγε να δει τον σάχη ο κηπουρός του, υπερβολικά ταραγμένος, και του είπε: δωσ` μου το πιο γρήγορο άλογο σου, να φύγω όσο το δυνατόν πιο μακριά, στο Ισπαχάν. Μόλις προ ολίγου, δουλεύοντας στον κήπο σου, είδα τον θάνατο μου. Ο σάχης του έδωσε ένα άλογο κι ο κηπουρός έφυγε καλπάζοντας για το Ισπαχάν. Ο σάχης βγήκε στο κήπο, εκεί στέκονταν ο θάνατος. Του είπε λοιπόν: γιατί τρομοκράτησες έτσι τον κηπουρό μου, γιατί εμφανίστηκες μπροστά του? Ο θάνατος απάντησε στον σάχη: Δεν το ήθελα. Απόρησα βλέποντας τον κηπουρό σου εδώ. Στο βιβλίο μου είναι γραμμένο ότι θα τον συναντήσω απόψε το βραδύ μακριά από δω, στο Ισπαχάν.»

 

ΣΕΛ 106-8

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΝΤΙΠΟΔΕΣ, ΣΕΛ 176, ΜΕΤΑΦΡ. ΕΛΕΝΗΣ ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΥ