ΜΕΓΑΡΟ ΜΕΡΛΙΝ

    ΜΕΓΑΡΟ  ΜΕΡΛΙΝ

           - Πάλι μέχρι αργά έμεινες στο γραφείο. Έρημο το μέγαρο της πλατείας Κάνιγγος και σκοτεινό, μονό το δικο σου γραφείο ξενυχταει. Περασμένα μεσάνυχτα Παρασκευής, δεν κατάλαβες πόσο αργά είναι.

Τεντώθηκες, χασμουρήθηκες και σηκώνεσαι, για να φύγεις επιτέλους. Κοιτάζεις τα άδεια γραφεία των υπαλλήλων, φευγάτοι από νωρίς το απόγευμα. Είσαι τόσο σίγουρη ότι δεν υπάρχει ψυχή, γιατί όχι, μονό εσύ και ο κ. Κώστας, ο γέρο θυρωρός έχετε κλειδιά.

Παλιόγρια! Είσαι αρχαία εδω, σαν καθεστωτικός θεσμός, το μέγαρο σχεδόν σου ανήκει,  έχεις ένα από τα πιο παλιά, ιστορικά και αξιοσέβαστα συμβολαιογραφεία των Αθηνών! Τίμησες τον γέρο σου που τόσο θαυμάζεις, άξια συνεχίστρια, μέχρι τελικής πτώσης. Μμ… ναι πτώσης!

Φτιάχνεις το μαλλί σου, βάζεις κραγιόν –πάντα κοκέτα παρά τα χρόνια- παίρνεις τη Louis Vuiton σου, ξεκινας,  βγαίνεις  πατώντας  το κουμπί του διαδρόμου δίπλα στη είσοδο  του συμβολαιογραφείου. Μετανιώνεις, ξαναμπαίνεις, καποιο έγγραφο ασφαλώς, η δουλειά που μόλις τώρα τελείωσες απο τις πιο σημαντικες, ναι , ενός βουλευτή και πρώην υπουργού της Δεξιάς. Δεν είναι  παίξε γέλασε τέτοια συμβόλαια, με το αζημίωτο βέβαια και οι γνωριμίες πάνω απ’ όλα,  “πιο πολύ από τα λεφτά, κανόνας αυτο”, εχεις πει χωρίς ντροπή!

Βγαίνεις από το γραφείο, κλειδώνεις και γυρίζεις κατευθυνόμενη προς τους ανελκυστήρες, όταν ξαφνικά ο χρονοδιακόπτης του φωτισμού  πέφτει και μένεις στο σκοτάδι του έρημου διαδρόμου. Πριν προλάβεις να πατήσεις το διακόπτη, ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι το φως στο απέναντι γραφείο ηταν ανοιχτό και μόλις έσβησε! Μισό δευτερόλεπτο μετα το σκοτάδι του διαδρόμου. Δεν λαθεύεις έτσι είναι. Παγώνεις.  Από φόβο? Έχεις ψυχρό αίμα  εσύ…. Προτιμάς να μην ολοκληρώσεις τη κίνηση σου, μένεις στο σκοτάδι, κρατάς την ανάσα σου, κινείσαι προς τη πόρτα του γραφείου απ’ όπου  έσβησε το φως. Η πόρτα απέξω γράφει:

 Dr  ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ΚΟΕΝ

Αστρολόγος-Υπνωτιστής-Medium

New Orleans, Luissiana, USA

Δεχεται κατοπιν ραντεβου

Aκουμπάς επάνω της,  αφουγκράζεσαι. Τίποτα. Περιμένεις, ακίνητη σαν άγαλμα. Είσαι σίγουρη, το φως ήταν αναμμένο, τώρα δεν είναι. Άχνα.  Ρίχνεις λίγο το βάρος σου προς τα μπρος και η πόρτα ανοίγει, αργά και διάπλατα.

Το γραφείο του μέντιουμ, ο κατά κοσμον Πάνος Καραγκούνης, υποφωτιζεται από μια βιτρίνα στο πλάι. Η σωματώδης φιγούρα του μοιάζει σαν να κοιμάται  γερμένη πίσω στη τεράστια πολυθρόνα.

-κ. Παναγιώτη, πας να πεις, δεν προλαβαίνεις, ξαφνικά ανάβει το φως , το δωμάτιο , φωτίζεται και   βλέπεις, τόνε βλέπεις…

Απέναντι σε κοιτάζει με δυο μαύρες τρύπες ,αντί για μάτια, ο χοντρό-Καραγκούνης και αντί για στόμα χάσκει μια πιο μεγάλη κατακόκκινη, αυτό το κομμάτι κρέας πάνω στο γραφείο είναι η γλώσσα.  Τώρα δεν μπορεί να τσιρίξει η αδερφαρα: «Αχ, καλέ πως απ’ εδω, αγαπητέ μου τι ευχάριστη έκπληξης, σίγουρα ήρθατε για τη κυρία Μαμά σας. Τι γυναίκα, τι δυναμισμός! Τι τύχη να έχετε εισέρθει σ’αυτη την οικογένεια! Σας ζηλεύω αγαπητέ… τι με κοιτάς σαν χάνος, το εννοώ!» Η σκοτεινή ροη έχει κυλίσει κάτω από το γραφείο, έχει ποτίσει τη μοκέτα και αγγίζει εκεί  ακριβώς  που  στέκεσαι τις μύτες των Louboutin σου!

Τα μάτια σου τα γκρίζα, τα παγωμένα, ανοίγουν διάπλατα, ανοίγεις το στόμα σου και ακούς τη φωνή σου να ουρλιάζει. Δεν πιστεύεις ότι εσύ , μια κυρία των Αθηνών, μπορεί να ουρλιάζει σα γουρούνα που τη σφάζουν.

Τρέχεις τωρα, τρέχεις στο διάδρομο προς το ασανσέρ, σκοντάφτεις σε μια ανωμαλία της μοκέτας. Πέφτεις μπρούμυτα με φόρα, η τσάντα σου φεύγει, βάζεις το ένα χερι ενστικτωδώς μπροστά,  ποναει φρυχτά ο καρπός  απ’ το πέσιμο, πας να σηκωθείς όταν βλέπεις τη μπότα δίπλα στο τσουλούφι σου. Αμέσως καταλαβαίνεις τι ήταν αυτό που σκόνταψες. Την αναγνωρίζεις αυτή τη μπότα βρωμιάρα,  τώρα ξέρεις, καταλαβαίνεις...δεν μπορείς να το πιστέψεις! Η στριγκλιά σου κόβεται  απότομα , η μπότα σε έχει βρει στο πλευρό με δύναμη, τόση που σε γυρίζει σχεδόν ανάσκελα. Τα φώτα του διαδρόμου είναι ανάμενα. Όλα είναι πραγματικά. Συμβαίνουν σε σένα. Πραγματικό είναι και το το κατσαβίδι λίγους πόντους πάνω από το αριστερό σου μάτι. Υψώνεται και αμέσως κατεβαίνει με δύναμη...

Έχεις δύναμη, δύναμη από το φόβο σου, πετάγεσαι σαν ελατήριο, με το βολβό του ματιού σου να κρέμεται από μια πέτσα, ένα δεύτερο χτύπημα σε βρίσκει στον ώμο, τον τρυπαει και σταματά στη κλείδα. Αλυχτώντας, αλλόφρων, εκτοξεύεσαι προς τις σκάλες, κουτρουβαλώντας με τις κάλτσες , οι γόβες από δω  κι από κει, τσιρίζοντας βοήθεια, στο έρημο μέγαρο ΜΕΡΛΙΝ. Σε απίστευτο χρόνο βρίσκεσαι στο ισόγειο και ουρλιάζεις βοήθεια προς το δωμάτιο του θυρωρού, έχει φως, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία :

-ΒΟΗΘΕΙΑ , Κώστα, την αστυνομία, με σκοτώνει, βοήθεια!

«Όλα τέλειωσαν», σίγουρα θα σκέπτεσαι μπρος στο δωμάτιο του κυρ-Κώστας. Δεν μπορεί , να  καλέσει την αστυνομία, δεν μπορεί ανόητη σκύλα, έτσι κρεμασμένος ανάποδα από το ταβάνι ο κυρ-Κώστας-γλόμπος, πάει  πέρα-δωθε, ξαλαφρωμένος από όλο το αίμα, η κατσαβιδιά του έχεις σκίσει τη καρωτίδα, τσιριχτός, αχνιστός πίδακας έχεις ζωγραφίσει τους τοίχους ολόγυρα. Ο κυρ-Κώστας κρε-με-ται α-να-πό-δα απ’το τα-βά-νι με το συ-ρμα και  κου-νιε-ται  πε-ρα δω-θε  τα-ρα-τα-τα-τζουμ!

Παραδίνεσαι! ΕΣΥ! Εσύ σε μένα, που ποτέ δεν έχεις σκύψει στη ζωη σου! . Μου παραδίνεσαι. Δεν γυρίζεις, μένεις ακίνητη. Τώρα ξέρεις είμαι πίσω σου. Σκύβεις το κεφάλι σου, τα πόδια τρέμουν, σε πλησιάζω, με περιμένεις γριά σκύλα. Οπ ,τι είναι αυτο κάτω?  Κατουρήθηκες? Τρέμεις και κατουριέσαι βρώμα, με περιμένεις με σκυμμένο το κεφάλι. Το κατσαβίδι χώνεται μεσ’ στο δεξί αυτί, σκίζει το τύμπανο, το κόκαλο του κρανίου σου ακούγεται να σπάει...

Τώρα είσαι κάτω σα σπασμένη  κούκλα, βρωμερή είσαι, μέσα στα μυαλά σου , τα αίματα και τα κατουρα σου!

Τέλειωσανε οι χλευασμοί και οι ταπεινώσεις του ατάλαντου, του αστοιχείωτου σεναριογράφου, του γλείφτη σκηνοθέτη της μισής αποτυχημένης ταινίας. Αυτός ο άχρηστος  και ανίκανος, στέκεται από πάνω σου και ανάβει τσιγάρο, ανοίγει το φερμουάρ του παντελονιού και ξαλαφρώνει πάνω στο κουφάρι σου, σκύλα, για να σε βρουν το πρωί κοκαλωμένη, βρεμένη με το κατουρο του πολυαγαπημένου σου γαμπρούλη!

16/12/2011

SoniKeKala