ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΙΑΣ ΒΡΟΧΕΡΗΣ ΠΟΛΗΣ

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΙΑΣ ΒΡΟΧΕΡΗΣ ΠΟΛΗΣ

Τόπος.  Η πόλη

Βροχή. Ασταμάτητη. Για μέρες, εβδομάδες, μήνες. Έξω.  Μέσα για χρόνια. Σιγανή βροχή, ψιθυριστή, λυπημένη και λυπητερή. Τραγουδιστή, όπως οι νότες οι βραχνές  βιολιού σε πανηγύρια νησιώτικα στο βόρειο Αιγαίο, κατακαλόκαιρο της νιότης σου. Τραγουδιστή πάνω σε τσίγκους, πάνω σε κόκκινες στέγες, πάνω σε χαλκόχρωμα φύλλα, ετοιμοθάνατα. Πάνω και μέσα στην ψυχή, βαθειά. Διαβρωτική και θεραπευτική. Υγρασία στο χώμα και στα μάτια, για τα άνθη και τα δάκρυα. Μια ευαισθησία στους δακρυγόνους αδένες καταγραμμένη στο DNA. Μια εικόνα, μια λέξη, ένα άγγιγμα και νάτη η σταγόνα, έτοιμη να πέσει με θόρυβο από το τσίνορο. Τη βλέπεις στο τζάμι να  ζωγραφίζει αδιάφορη τους δρόμους του πεπρωμένου…

Χρόνος.  Η στιγμή

 Αναπόφευκτη και απευκταία. Όπως όλα σχεδόν.  Κίτρινα  παντζούρια, γερτά. Τα παραθυρόφυλλα από μέσα ανοιχτά. Ο θρήνος μέσα από τη σκοτεινή δροσιά της κάμαρας εξατμίζεται στο καυτό πεζοδρόμιο, στο δημόσιο δρόμο, ο ιδιωτικός πριν λίγο και αθέατος,  τώρα δημόσιος και κοινός. Ο χορός μιας τραγωδίας που διαρκεί μια αιωνιότητα. Χορός γυναικών που ολοφύρονται. Σήματα πένθους λυγρά, απώλειας πανταχού παρούσας εφεξής.

Η φωνή του ογδοντάχρονου γέροντα στη σκάλα: "κόψανε τα τριαντάφυλλα και αφήσανε τ' αγκάθια"..

(foto Anja Jensen - Tatort)

Η στιγμή που κόβει το χρόνο με μια μαχαιριά στα δύο. Έτσι απλά, όπως ο γύφτος το καρπούζι.  Αύγουστο μήνα.  Κατακαλόκαιρο μιας χαμένης αθωότητας.

 

Άνθρωποι και τόποι.  Η γιαγιa

Ούτε καν μια φωτογραφία μαζί. Τα μάτια μείναν στη μνήμη μαύρα,  βαθουλά, μάτια οσίας σε παλαιά αγιογραφία. Και το ξόδι σε αργή κίνηση στην απέναντι γωνία. Και το κλειδί στην τσέπη της ποδιάς. Πάντοτε. Το κλειδί της ζωής. Αλλού. Σ' εκείνα τα μυθικά, για μας τα παιδιά, μέρη. Τόσο κοντά και τόσο μακριά. Σαράντα εκκλησιές, Αδριανούπολη, μια άλλη Θράκη πλάι στη δική μας. Των άλλων που ήταν κι αυτοί τόσο κοντά και μακριά μας. Που ζούσαν κι αυτοί σε μια άλλη πατρίδα. Ένας τόπος αλλού,  στις αφηγήσεις των μεγάλων, στα παραμύθια τις νύχτες, να παίρνει σχήματα και χρώματα από  τους  αναστεναγμούς και το ρυθμικό τικ τακ  από το κεχριμπαρένιο κομπολόι. Τικ τακ και το στρογγυλό παλιό πράσινο ρολόι που γι' άλλους μετρούσε τα χρόνια της προσφυγιάς,  για όλους τα χρόνια της κατοχής κατόπι, γι' άλλους άλλοτε χαρά  άλλοτε, και πιο συχνά, πόνο. "Γίγνωσκε δ' οἷος ῥυσμός ἀνθρώπους ἔχει", ακούγεται η φωνή του παριανού λυρικού, κελαηδισμός  παρηγορητικός  που ζεσταίνει λίγο την καρδιά,  όπως το κεχριμπάρι τα δάχτυλα των γερόντων.

Τόπος. Οι δρόμοι

Οι δρόμοι, οι οδοδείχτες της μνήμης. Νοτισμένοι από την ομίχλη της ιστορίας. Στενοί,  πλακόστρωτοι, δαιδαλώδεις. Να σπάει το τακούνι από τη γόβα της βασίλισσας, αχχ, να βρίσκει το γοβάκι το πριγκιπόπουλο, να αντηχούν τα πέταλα από το άσπρο άλογο πάνω στις γκρίζες πλάκες, καθώς ψάχνει την καλή του, ααα! τη βρήκε…

Πρέπει, πάντα από παιδί ακόμη, ας σε μεγάλωσαν αυτοί οι δρόμοι, να ακολουθείς τον μίτο της μνήμης, για να ανακαλύπτεις την αυλή του σχολείου, το καμπαναριό του Αϊ-Γιώργη, το σινεμά, το πάρκο, το σταθμό του τρένου, το ηρώο των "ηρωικών" δικτατορικών χρόνων και όχι μόνο. Και έπειτα εκείνα τα δρομάκια στους τούρκικους μαχαλάδες, όπου κανένας μίτος δε βοηθά ούτε αυτός της Αριάδνης.  Η μοναξιά του μινώταυρου μόνο σε οδηγεί ανάμεσα στα τζαμιά, τα καφενεία με τους αργιλέδες, το τσάι και το σάμαλι, η μοναξιά των ανθρώπων ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους, στην πόλη, που θα έπρεπε να είναι και  δική τους πόλη.

 Ήχοι πέτρινοι που στοίχειωσαν μέσα σου κι αυτοί, όπως και οι άλλοι οι υγροί και διάφανοι της βροχής. Κομοτηνή.  Πόλη που ντρέπεται, που κρύβεται, όπως το όμορφο πρόσωπο της τουρκάλας πίσω από το φερετζέ. Κρύβεται σε μια γούβα, μουχλιάζει το χειμώνα, καίγεται το θέρος.  Άρωμα μήλου και καπνός από τους αργιλέδες ανακατεύεται με την προσευχή του μουεζίνη…

Τα χρώματα.  Παραμύθι για τη θάλασσα

Αυτά τα ξέφωτα  καλοκαιριού με τα γαλαζοπράσινα μπαλώματα πότε και πώς ξεπρόβαλαν  στο ασπρόμαυρο φιλμάκι; Χάρη σε ποια μαγικά υγρά και φίλτρα εμφανίστηκαν και διάβρωσαν το επίμονο γκρίζο;

Άαα…  η Θάλασσα! Το μπαλόνι που φουσκώνει από τους ανέμους και σμίγει με το άλλο απέραντο  γαλάζιο. Το αερόστατο που ταξιδεύει την ψυχή και το αχόρταγο βλέμμα της ως…  Αυτό  το γέλιο των κυμάτων κάτω από το αγγελικό και μαύρο φως πόσες φωνές ποιητικές κοιμίζει αιώνες τώρα, πόσες λέξεις το χάιδεψαν και βυθίστηκαν μέσα του και ξαναγέννησαν Αφροδίτες ολοστρόγγυλες, γυμνές, ολοκαίνουριες. Ακούς τους ήχους των κυμάτων και των λέξεων εντός σου από τότε, από εκεί, από τη θάλασσα των παιδικών σου χρόνων, ψηλά από τον άγρυπνο φάρο που μέσα από τα αχτιδωτά μονοπάτια σε οδηγούσε στην άλλη θάλασσα, την άγνωστη, τη μυστική των προγόνων, στην άλλη ακτή, της Σαπφούς. Η Ατθίς μετουσιώνεται σε άγγιγμα ερωτικό υπό το φως της σελάνας, μεταμορφώνοντας γενιές και γενιές βροτών  από άχθος αρούρης σε ανάλαφρο όνειρο στο κύμα. Από τη Σαπφώ στον Αλέξανδρο. Μυστικές και απροσδόκητες διαδρομές του νου στα υγρά φωτεινά μονοπάτια.

Βυθίζεις το βλέμμα στον σκουρογάλανο ορίζοντα και η γλώσσα  πικρίζει από άπειρο και αιωνιότητα.  

Σπίτια και άνθρωποι

Αχνίζει ο καφές στα φλιτζάνια, το άρωμά του σε ταξιδεύει στα σοκάκια της πόλης με τα παλιά καφενεία κι έπειτα χαράζει κι αυτός τους δρόμους του πεπρωμένου  στο κοίλο λευκό της ζωής σου, της ζωής των βροτών που πάσχιζαν ανέκαθεν να ερμηνεύσουν τα σκοτεινά, τα ανερμήνευτα, τα αμφίσημα λόγια και σύμβολα. Πυθίες,  θεοί, οιωνοί, σφάγια, το δίχτυ κατασκοπείας του μέλλοντος. Γνώση άγνωστη εις τους αιώνες.

Ηδύνεται  όμως το πικρό της ζωής με το  γλυκό του κουταλιού, φωτίζεται το χλωμό απόγευμα από το διαυγές πορτοκαλί μιας πάστας κυδωνιού, που κι αυτή με τη σειρά της φωτίζει ένα πρόσωπο ήσυχης αποδοχής, γαλήνιας εγκαρτέρησης, εκείνη τη μαυροφορεμένη κορμοστασιά γυναίκας νέας που στα είκοσι χήρεψε, κι έτσι παρέμεινε μια ζωή, χήρα, όμορφη, δουλεύτρα, να ανασταίνει τον Άγγελο, τον μόνο που γλίτωσε στη μήτρα  της από την κόλαση του εμφύλιου.

Κι άλλες μυρωδιές. Αυτή της μπουγάδας, από  σαπούνι και λουλάκι,  από πειράγματα γυναικών στη μικρή αυλή με την τεράστια μουριά. Κι άλλες από αγιόκλημα και φούλι, τις υγρές αποπνικτικές νύχτες τότε που τα καλοκαίρια διαρκούσαν ακόμη…

Χάνεται ποτέ ο χρόνος για να τον αναζητήσουμε;

 

 

 

 

 

ΑΠΟ ΤΗΝ VI_VA

 

ARTWORK---> galery f5,6//tomio-seike

TOP FOTO by Kilian Blees.

=================================================================================================