ΔΕΝ ΤΡΟΜΑΖΩ ΟΤΑΝ ΑΡΧΙΖΕΙ ΝΑ ΜΙΛΑΕΙ

ΔΕΝ ΤΡΟΜΑΖΩ ΟΤΑΝ ΑΡΧΙΖΕΙ ΝΑ ΜΙΛΑΕΙ

Δεν τρομάζω όταν αρχίζει να μιλάει.

Αυτό είναι το δένδρο μου, μου είπε. Δεν κατάλαβα, την κοίταξα ερωτηματικά, σήκωσε το λεκιασμένο σαν παλιό ξύλο χέρι με τον δείκτη προς τα κει… έμεινα λίγο να παρατηρώ το χέρι που έδειχνε, μετά κοίταξα. Μα ποιο δένδρο, έκανα με απορία. Στράφηκα προς  το μέρος της, είχε σκύψει έτσι όπως κάθονταν στη πάνινη πολυθρόνα, τη μοναδική  στο στενό της μπαλκονάκι, εγώ ανασηκώθηκα από το αιώνιο σκαμνί από την άλλη μεριά του τραπεζιού που μας χώριζε- πάντα εκείνη στην πολυθρόνα της, εγώ στο σκαμνί μου- εκεί όμως που μού δείχνε, δένδρο δεν είχε!

Εκεί, επέμενε. Σηκώθηκα όρθιος. Ένα ασθενικό θαμνοειδές, στον ακάλυπτο. Αυτό; Ένευσα, γυρίζοντας προς το μέρος της. Το μοναδικό της μάτι το καλό με κάρφωνε με μαύρη δύναμη, μα τόσο άχρηστος είσαι σαν να μου έλεγε, το άλλο της μάτι σβηστό χρόνια, τόσα όσα θυμάμαι (δεν μιλάει ποτέ γι' αυτό, για το δυστύχημα). Εγώ όμως πάντα βλέπω και τα δυο της μάτια, το ένα όλο δύναμη, πείσμα και γινάτι και κοροϊδία  και το άλλο, το κλειστό, το σβησμένο με λίγη πέτσα για βλέφαρο να πεταρίζει κάπου κάπου.

Μια δάφνη ή πικροδάφνη, δεν ξέρω, δεν τις ξεχωρίζω, άνθρωπος της πόλης και της πολυκατοικίας δεν νογώ από δέντρα. Αυτό εκεί ήταν το δέντρο, ο διαχειριστής το έκοψε, είχε γίνει μεγάλο και φουντωτό, μια μεγάλη φουντωμένη δάφνη ή πικροδάφνη, είπε ολοφάνερα εκνευρισμένη. Αυτός ο μούργος πήγε και την έκοψε και ήθελε να την ξεπατώσει, αλλά εγώ έβαλα τις φωνές και δεν την ξεπάτωσε, μάζευε λέει κουνούπια, τι βλάκας, που ακούστηκε να ξεριζώνει μια δάφνη ολόκληρο δένδρο για τα κουνούπια, ο καθένας εδώ λέει και κάνει ό,τι βλακεία του έρχεται, είπε και θυμήθηκα ότι την ίδια συζήτηση την είχαμε ξανακάνει παλι εκεί, στο μπαλκονάκι που βλέπει στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας της ή μάλλον στους ακάλυπτους των γύρω μπετονιένων πύργων που υψώνονται ένα γύρω.

Λερά, χοντροφτιαγμένα τοιχία χωρίζουν τους ακάλυπτους, σαν εγκαταλειμμένες στέρνες, πεδία βολής για τα νεαρά κακορίζικα, αδέσποτα γατιά που σουλατσάρουν πάνω τους τη μέρα νωχελικά, τις νύχτες λυσσασμένα. Το δέντρο της, ένας θάμνος δυο πιθαμές, όσες φορές έχω έρθει και βγει στο τσουρούτικο μπαλκονάκι δεν έχει μεγαλώσει πόντο. Εκεί, σε μια γωνιά του ακάλυπτου κάτω από τις φυλλωσιές πανύψηλων δένδρων που φαίνεται βρήκαν πρόσφορο, υγρό το χώμα σε αυτές τις φασματικές στέρνες που εμένα μ` αρέσει να τις φαντάζομαι γεμάτες νερά, με υδρόβια δένδρα, θαλερά, πνιγμένα στην πρασινάδα και  στα  αναρριχώμενα φυτά και τα καλοκαιρινά λιανά γατιά σαν  άγριους αίλουρους να πηδάνε από υδρόβιο σε υδρόβιο κυνηγώντας τρωκτικά και ποταμίσια ζώα, ενώ από πάνω στις φυλλωσιές κρυμμένα χιλιάδες πουλιά να ξεκουφαίνουν τον κόσμο… 

Πως γίνεται και κάποιες φυλλωσιές κρυμμένες στις πίσω ταπεινές αυλές ξεφλουδισμένων πολυκατοικιών να φαίνονται τόσο ευτυχισμένα ανέγγιχτες από το έρμα της θηριώδους πόλης;

Μπορεί να είναι τα πουλιά! Δεν είναι πολλά, εδώ νομίζω ότι είναι δυο όλα κι όλα, δυο τσερτσέδες που το τιτίβισμά τους αντηχεί στο ηχείο που σχηματίζουν οι πίσω όψεις των πολυκατοικιών. Ασταμάτητα αντιφωνεί το ένα το άλλο  όλο το πρωί  από την ώρα που εγώ κάνω την επίσκεψή μου μέχρι  που μπαίνουμε μέσα για να της βάλω να φάει το κυριακάτικο μεσημεριανό της.

 

Ντρέπομαι που δεν έμαθα να ξεχωρίζω τα ταπεινά δέντρα της πόλης μου. Σε αυτόν τον ακάλυπτο δεν υπάρχουν περήφανοι ευκάλυπτοι και λυγερές λεύκες, το μόνο δένδρο που μπορώ να ονοματίσω είναι μια αγριεμένη αγριελιά που ανεξέλεγκτα ξεχειλίζει έναν από τους συνοριακούς ακάλυπτους. Τα άλλα δένδρα, τα ψηλά με λυγερούς κορμούς που η καταπράσινη φυλλωσιά τους εκρήγνυται πάνω από τα κεφάλια μας, δεν ήξερε να μου πει… Δεν τα χωνεύω, μου απάντησε όταν τη ρώτησα, μόνο ανασήκωσε περιφρονητικά τους ώμους της, αφού δεν της άρεσαν αυτά τα ψηλά με κορμό σαν μίσχο ντελικάτο, δεν είχε λόγο να θυμάται  μια τέτοια πληροφορία.

 

Δεν τρομάζω πια όταν αρχίζει να μιλάει.  Τη πρώτη φορά, ναι τρόμαξα, ανησύχησα, τό χασε είπα αλλά μετά κατάλαβα ότι απλά παρακάμπτει τα περιττά, καιρό για χάσιμο δεν έχει πια, μιλάει όταν αποφασίσει να μιλήσει για τα πιο ουσιώδη, δεν κάνει το κόπο να μου απευθύνει τον λόγο, σε κανένα δεν απευθύνει τον λόγο μόνο μιλάει για τα  σημαντικά, τα πλέον ουσιώδη και αν ο ακροατής είναι εκεί, μα πραγματικά εκεί, μαζί της, έχει καλώς τότε ας την ακούσει και θα καταλάβει ακόμα και αν δεν του απευθύνεται. Αλλιώς  (ο ακροατής της) θα πει, πάει  έχασε τον νου της, η ηλικία βλέπετε, ίσως η άνοια και ο καθηγητής Αλτσχάιμερ, τέτοιες βλακώδης κοινοτοπίες… Εγώ προσπαθώ να είμαι εκεί μαζί της ακόμα και αν το μυαλό μου θέλει να φτερουγίσει αλλού, σαν μαθητής που πρέπει να απομνημονεύσει τα sos θέματα που ο δάσκαλος θα τα πει μόνο μια και μοναδική φορά, προσηλώνομαι σε ό,τι λέει ακόμα και αν δεν καταλαβαίνω με την πρώτη, ξέρω ότι τώρα πλέον μου μιλάει με το γερό της μάτι το δυνατό για αυτά που αξίζουν και θα τα καταλάβω αν όχι με τη πρώτη, αλλά μετά, όταν τα λόγια της θα έχουν κατακάτσει μέσα μου θα έχουν στεγνώσει και θα αρχίσουν να τρίζουν μέσα μου σαν χλωμή φωτίτσα ή σαν σιγανή βροχή. 

 

 

Τρώμε χωρίς να μιλάμε. Γεμιστά, το αγαπημένο μου φαγητό. Ζήτησε να τα φτιάξει η γυναίκα που την προσέχει για χάρη μου, αυτή πια αποφεύγει να μπαίνει στην κουζίνα που για πενήντα χρόνια ήταν το βασίλειό της. Της δίνω τα χάπια της, τα καταπίνει αφού τα εξετάσει με προσοχή, αργά πολύ αργά κάπως τελετουργικά σκέπτομαι, αλλά μπορεί απλά να βαριέται… Την βοηθώ να πάει μέχρι την κάμαρη της, την βάζω να ξαπλώσει και την σκεπάζω.

Στο τοίχο δίπλα στο κρεβάτι κρέμεται μια παλιά, ξεθωριασμένη πάντα, κληρονομιά από τη μάνα της που μάλλον την κληρονόμησε από τη δική της. Ελάφια και μια οδαλίσκη ανάμεσα σε φτέρες με ατενίζουν ατάραχα.

Πάνω από τη πάντα κρέμεται μια ζωγραφιά σε μέγεθος Α4 περίπου με ξύλινη, φτηνή πολυκαιρισμένη κορνίζα και τζάμι που έχει από καιρό θαμπώσει. Μια σχεδόν γυμνή γυναίκα – μόνο κάτι σαν λευκό σεντόνι ή πέπλο είναι απρόσεκτα ή με επιμέλεια απρόσεκτα, ριγμένο χαμηλά πάνω στη κοιλιά μόλις καλύπτοντας το εφηβαίο – ξεκουράζεται ή λαγοκοιμάται στη βάση ενός δένδρου. Η ζωγραφιά – ίσως με μολύβι και κάρβουνο δεν είμαι σίγουρος – αποπνέει μια ναΐφ αύρα, οι αναλογίες της ολόλευκης σάρκας μέσα στο πράσινο καφετί φόντο του αρχετυπικού δένδρου που καλύπτει όλο το φόντο  είναι προκλητικά υπέροχες, θα έλεγα ζουμερές, ναι ζουμερές σαν φρούτα είναι τα στήθια της. Όλοι οι άνδρες έχουν αγγίξει ή έχουν ονειρευτεί ή έχουν επιθυμήσει να αγγίξουν δυο τέτοια στήθη, σκέπτομαι όποτε μπαίνω στη κάμαρή της, φαίνονται ακόμα πιο ελκυστικά με τις καμπύλες του σώματος να καταλήγουν σε μια λεπτή, σφιχτή μέση. Το κάτω μέρος του σώματος της καστανόξανθης κοιμωμένης είναι πιο αδρά ζωγραφισμένο σαν ο καλλιτέχνης να έβαλε όλη του την φροντίδα στο πάνω μέρος και όταν ζωγράφιζε τα μπούτια της γυναίκας σαν να βιάστηκε κάπως. Πάνω και γύρω της οργιάζει μια βλάστηση ενός και μοναδικού δένδρου που η ζωτικότητα του και ο οργασμός του φαίνεται να συνομιλεί με τα μισάνοιχτα χείλη της γυναίκας που ξαποσταίνει αμέριμνη αλλά και εξίσου μπορεί να αναμένει, αδημονώντας το άγνωστο θεριεμένο πράσινο που ήδη την αγκαλιάζει.

 

Είναι το μόνο από τα έργα της που επέζησε. Ένας άνδρας, που μετά το δυστύχημά της τότε, τη φρόντισε και αργότερα έγινε ο άνδρας της, πήρε αυτή τη ζωγραφιά και την κάρφωσε εκεί που είναι τώρα, χωρίς να τη ρωτήσει,  πάνω από την οικογενειακή πάντα. Αυτή δεν είπε τίποτα αλλά εξαφάνισε ή κατέστρεψε όλες τις άλλες ζωγραφιές της, κάθετι που είχε ζωγραφίσει  ή κατασκευάσει ή σμιλέψει από τον καιρό που ηταν σπουδάστρια στην Καλών Τεχνών έως το δυστύχημα.  Εγώ  τότε ήμουν τόσο μικρός όσο και ο μικρός της στο καρότσι όταν έγινε το κακό. Ό,τι ξέρω το έμαθα πολύ μετά από άλλους. Με εκείνη δεν συζητάμε ποτέ για αυτό, υπακούοντας σε έναν άγραφο νόμο που μου έχει επιβάλει ήρεμα αλλά με σαφήνεια με το καλό, δυνατό πανταχού παρόν, μοναδικό της μάτι.

 

Όταν κάνει ψύχρα στο μπαλκονάκι που βλέπει στους ολοπράσινους φουντωτούς ακάλυπτους κάθεται  μέσα και δίπλα απ' την μπαλκονόπορτα, διαγώνια για να έχει όλο το φως κατεπάνω της, αντικριστά στο ακόμα όμορφο πρόσωπό της με το μοναδικό φωταγωγημένο μάτι της. Ξέρω τη θέση μου, είναι εκεί και με περιμένει, μια καρέκλα ακριβώς στην ευθεία της ξύλινης μπαλκονόπορτας που μόλις μπαίνω, την ανοίγω διάπλατα και το θρόισμα, τα τιτιβίσματα  ορμούν και καλύπτουν το τραπέζι της τραπεζαρίας, το σκρίνιο, την τηλεόραση και τα μπιμπελό επάνω της … όλα. Κάθομαι. Η μπαλκονόπορτα τώρα είναι σαν κάδρο φωτογράφου, σκέπτομαι πάντα αφού καθίσω, καθώς  ήχοι κλαριών και πουπουλένιες πατημασιές  γατιών και  λαρυγγισμοί σπουργιτιών και ενίοτε χελιδονιών, ζωγραφίζονται μπροστά μου.

Για λίγο δεν μιλάμε.

«Κοίτα τες» δείχνω με το πηγούνι μου προς τις φυλλωσιές που κρέμονται απ' έξω.

«Είναι ευτυχισμένες! Πως γίνεται;» Μου γνέφει αυτή, με το καλό δυνατό της μάτι.

10.05.2016, SoniKeKala