KLAMA NA REY

KLAMA NA REY

KLAMA NA REY

Περπατούσα απελπισμένος. Και δεν ήταν η πρώτη φορά. Διαπίστωνα με ανησυχία ότι αυτή η κατάσταση, να βαδίζω στα όρια του παραμιλητού, επαναλαμβάνονταν τόσο συχνά που άρχιζα να τη συνηθίζω.

Είχα βέβαια κάθε λόγο να είμαι απελπισμένος αφού δεν μπορούσα να πραγματοποιήσω την πιο προσωπική και διακαή επιθυμία μου. Δηλαδή :

Να πω (με έλλογο τρόπο) ή να γράψω (με κατανοητό όχι μόνο από μένα τρόπο) ΚΑΤΙ που να έχει νόημα, να είναι ταυτόχρονα βαθύ και οικουμενικό, οτιδήποτε θα μπορούσε να «μιλήσει» στον κόσμο, έτσι που να δοξαστώ και τελοσπάντον να μου χαρίσει την αθανασία (για εύλογο χρονικό διάστημα, ας πούμε για κάμποσους αιώνες, αν όχι για πάντα και μέχρι το τέλος των πάντων).

Ο καιρός περνούσε και με βαθύτατη δυσαρέσκεια αντιλαμβανόμουν  ότι όλα τα σπουδαία είχαν ειπωθεί, διατυπωθεί και επαναληφτεί άπειρες φορές με χίλιους δυο τρόπους.

 Όμως είχα τη βεβαιότητα ή πεποίθηση που πήγαζε βαθιά από μέσα μου, σαν φωτεινός πίδακας, ότι έχω ένα ΚΑΤΙ, να διατυπώσω ως προσωπική αλήθεια που όμως  με κάποιο τρόπο, θα πλησίαζε σε διαχρονική, οικουμενική αξία  αν όχι ένα καλοδουλεμένο και ευφάνταστο κεφάλαιο της Βίβλου όπως η ιστορία του Ιώβ, που είναι η αγαπημένη μου, ή έστω όπως ο κατακλυσμός του Νώε, αλλά τουλάχιστον μια έστω διδακτική και πανανθρώπινη ιστοριούλα, μικρούλα όσο ένας μύθος του Αισώπου, ή ένα παραμύθι του Άντερσεν όπως ο μολυβένιος στρατιώτης.

Όχι! Οι δυνάμεις της ραστώνης, της αναποφασιστικότητας και του χαζέματος αποδείχτηκαν πιο δυνατές από την βαθύτερη κλίση μου. Μια δύναμη βαρυτικής αδράνειας ένιωθα να με τραβάει προς το κέντρο της γης, πάγωνε το χρόνο και ελάφρυνε τη σκέψη μου με τέτοιο τρόπο ώστε όταν βυθιζόμουν σε σκέψεις που οδηγούσαν σε κάτι πραγματικά  οικουμενικό, βιβλικό ή έστω σινεφίλ έχανα τα αυγά και τα πασχάλια όπως λένε και σαν κάποιος που έχει δέσει τα κορδόνια των παπουτσιών του μεταξύ τους, παραπατούσα σαν άθλιος κλόουν.

Έχοντας επίγνωση αυτής της μάλλον γελοίας κατάστασης περιπλανιόμουν στα βρωμερά σοκάκια του Κέντρου. Αυτό επέτεινε την  δυσφορία και την απογοήτευση μου καθώς η παρακμιακή μιζέρια των δρόμων (ήταν σούρουπο) επιδρούσε στην ήδη κακή ψυχολογία  μου και αυτή με την σειρά της στην εξωτερική εικόνα μου. Eνας κακομούτσουνος, χαχόλικος, πρόωρα γερασμένος άντρας καθρεπτίζονταν στις βρωμερές βιτρίνες του Κέντρου της πόλης που ήθελε να ποζάρει για μητρόπολη αλλά στην πραγματικότητα δεν ηταν τίποτα περισσότερο από ένα παραφουσκωμένο, υδροκέφαλο χωριό, χειρότερο από υπναλέα επαρχιακή πρωτεύουσα.

Το βήμα μου γίνονταν όλο και πιο αργό, καθώς είχα αρχίσει να κουράζομαι και περιέργως αυτό με έκανε να στρέψω την προσοχή μου περισσότερο προς την μυγοχεσμένη πραγματικότητα που παρήλαυνε μπρος από το μυωπικό μου πεδίο αντί της εμβριθούς μελαγχολίας που με βασάνιζε και δεν με άφηνε να δοξαστώ.

Κάπου ανάμεσα στα ακαταλαβίστικα γκράφιτι που μουτζούρωναν κάθε ελεύθερη επιφάνεια ξεχώρισε και τράβηξε την προσοχή μου μια κακογραμμένη φράση:

 

Δεν μπορώ να φάω

Γιατί σε αγαπάω

Μαχμούτ

 

Σταμάτησα και το ξαναδιάβασα σαν να ηταν η μια και μοναδική αλήθεια ή σαν να ηταν η καταπληκτικότερη μπαλαφάρα που επινόησε κάποιος κωμικός, πράγμα που είναι το ίδιο τις πιο πολλές φορές.

 Η σύνδεση ανάμεσα στην πιο βασική λειτουργία, αυτή, του φαγητού και την αγάπη (ερωτική βέβαια) μου φάνηκε συγκινητικά αφελής, αστεία, πρωτόγονη και σουρεαλιστική. Ενώ η υπογραφή Μαχμούτ έκανε αυτή την αδέξια δήλωση κωμικά γελοία.

Εν τούτοις, σκέφτηκα, βλακεία η όχι με απέσπασε από τον ζόφο, μου έφτιαξε κάπως τη διάθεση και μετά από λίγο μου άνοιξε και την όρεξη. Θυμήθηκα τότε ότι στρίβοντας την οδο Αγάθωνος είδα ένα λαχματζουνάδικο. Το λαχματζούν μετά το φαλαφελ είναι η νέα hip-μόδα στα ταχυφαγεία που δίνουν περισσότερο χρώμα από οτιδήποτε άλλο αξιοθέατο σε αυτό το υδροκέφαλο κεφαλοχώρι.

Έκανα μεταβολή και αποφάσισα να θυσιάσω λίγα χρήματα από τα ελάχιστα που μου ανήκαν. Άλλωστε η ρήση στον τοίχο αφορούσε κάποιον Μαχμούτ που αγαπούσε, ενώ εγώ εδώ και καιρό δεν αγαπούσα τίποτα. Η δόξα και η αναγνώριση που κάποτε θεωρούσα ότι μου ανήκουν είχαν πια βουλιάξει μαζί με αυτό το θόλο είδωλο που έβλεπα να αντανακλάται στις εγκαταλειμμένες βιτρίνες των κλειστών κακορίζικων μαγαζιών καθώς εβαδιζα.

Έχω το δικαίωμα να φάω ένα λαχματζουν, είπα και μπήκα στο μαγαζί.

 

K.B. 28.04.2015