ΕΛΈΦΑΣ

2021-12-14 14:59

 

Ελέφας

Στις 2.15 το μεσημέρι, κάθισα και παρήγγειλα καπουτσίνο στο VENETI, πρώην ΝΕΟΝ, επί της πλατείας Ομονοίας. Είχα μόλις τελειώσει από το φαρμακείο του ΕΟΠΥ, στην αγ. Κωνσταντίνου, τη δουλειά που είχα αναλάβει να διεκπεραιώσω.

Ήμουν μόνος, λίγο ήσυχος, λίγο ανήσυχος και λίγο θυμωμένος με την Μ., γιατί δεν μπορούσε να βρεθούμε ούτε για ένα σύντομο καφέ πριν τις 8 το βράδυ…

Στις 3 θα έπαιρνε, ο φίλος μου Ν., όταν θα σχολούσε. Ίσως να βρισκόμασταν ίσως και όχι.

Δεν με ένοιαζε και πολύ. Παιρνάω, πλέον, το καιρό μου μόνος μου, μέσα στο μυαλό μου. Νομίζω ότι δεν έχω μιλήσει σε άνθρωπο από την Τρίτη το βράδυ στο θεατρικό εργαστήρι. Σήμερα έχουμε Πέμπτη. Ίσως δεν θα ξαναμιλήσω μέχρι την επόμενη Τρίτη, στο επόμενο μάθημα του εργαστηρίου. Όμως ούτε τις Τρίτες είμαι σίγουρος ότι μιλάω σε άνθρωπο. Δεν είμαι σίγουρος. Νομίζω ότι επικοινωνώ μέσω κάποιας θεατρικής συνθήκης, αλλά μπορεί απλώς να το νομίζω.

Μάλλον η μόνη επικοινωνιακή επαφή μου να είναι με τα γατιά μου. Βασικά με την Αριστέα, το άλλο, η Σπούκυ, είναι σαν εμένα, μόνη της, ανήκει σε ένα μονοπρόσωπο σύμπαν, της αρέσει να είναι δίπλα μου στον καναπέ και να αράζει, φεύγει όταν την χαϊδεύω. Η Αριστέα είναι το αντίθετο δεν χορταίνει χάδι, ξύσιμο κλπ. Μου ξυπνά τρυφερά συναισθήματα, αδιαμεσολάβητα και απλά. Όπως και η εμπιστοσύνη της προς εμένα, η προσδοκία πως θα την ταΐσω και θα τη προσέξω. Αυτό είναι επικοινωνία, σωστά;

Με τους ανθρώπους είναι αλλιώς. Δεν φταίνε αυτοί βέβαια, είναι πως δεν ξέρω πως λειτουργούν ακριβώς, σαν να έχω χάσει κάπου στη πορεία το manual. Δεν μου λένε και πολλά, εύκολα βαριέμαι ή εκνευρίζομαι. Και καθώς δεν φλερτάρω πια, παρά σπανίως, υποδόρια, αδιόρατα και ευγενικά, βαριέμαι πιο εύκολα.

Ενώ αμπελοφιλοσοφούσα με όλα αυτά, απ` τη μεριά της 3ης Σεπτεμβρίου, εκεί που βρίσκεται το Hondos Centre, ακούστηκε ένας περίεργος θόρυβος. Αμέσως δυνάμωσε και έγινε σαν ουρλιαχτό που δεν είχε τίποτα το ανθρώπινο,  κάτι εντελώς ζωώδες. Το ουρλιαχτό μπλέχτηκε με ένα έντονο παρατεταμένο τρομπετάρισμα, σαν κάποιος μεθυσμένος γίγαντας να φυσούσε μια τεράστια χαλασμένη τρομπέτα.

Γύρισα ξαφνιασμένος και αντίκρισα έκπληκτος, ένα ελεφαντάκι να πιλαλεί αλαφιασμένο ανάμεσα στα αυτοκίνητα που έστριβαν στην Ομόνοια για μπουν στην οδό 3ης Σεπτεμβρίου. Το ζώο σαστισμένο έκανε να πάει προς την πλατεία, μα τρόμαξε από τα αυτοκίνητα που φρενάριζαν απότομα και τα κορναρίσματα. Σκόνταψε σε ένα σταματημένο ταξί, έπεσε πάνω σε ένα σκέπαστρο μιας στάσης παραδίπλα, και στράφηκε προς το υπαίθριο ΒΕΝΕΤΗ ή Veneti όπου καθόμουν εγώ και λίγοι ακόμα πελάτες. Πίσω από το ζώο διέκρινα δύο η τρία τεράστια λυκόσκυλα, τουλάχιστον έτσι μου φάνηκαν. Απ` αυτά προήρχοντο τα ουρλιαχτά.

Για μια στιγμή, καθώς είχα στραφεί, το βλέμμα του κυνηγημένου ζώου,- που τώρα έβλεπα καθαρά δεν ήταν μωρό ελεφαντάκι, αλλα ένας νάνος ενήλικας ελέφαντας με κοντά, χοντρά ποδαράκια και χνουδωτά αυτιά, αλλά εν τούτοις αρκετά ογκώδης και σίγουρα μισό μετρό τουλάχιστον ψηλότερος από μένα - συναντήθηκε με το δικό μου. Σηκώθηκα από το κάθισμα και κοίταξα ίσια στα μάτια τον ελέφαντα, και με κατέλαβε μια συμπονετική αλληλεγγύη για το αθώο ζώο. Πίσω του πλησίαζαν οι διώκτες του, με κατάπληξη διαπίστωνα πως σηκώνονταν στα πίσω πόδια τους και είχαν κάτι ανθρωπίσιο η μάλλον απανθρώπινο επάνω τους, εκτός από σκυλίσιο.

Ήθελα να φωνάξω, ήθελα να γυρίσω  να δω τους άλλους πελάτες, να βοηθήσουμε όλοι μαζί, αλλα ένοιωσα ότι αν για μια στιγμή τραβούσα τα μάτια, το βλέμμα μου απ` το κυνηγημένο, έντρομο ζώο όλα θα χάνονταν και θα ήταν καταδικασμένο. Αισθάνθηκα απελπιστικά μόνος, ενώ ο μικρός ελέφας είχε φτάσει στο υπαίθριο καφέ και σταμάτησε στο διαχωριστικό. Εύκολα θα μπορούσε με τον όγκο του να σπρώξει το ψευτοτζάμι και να μπει μέσα στο χώρο μου. Όμως δεν το έκανε. Απαλά πέρασε το κεφάλι του πάνω απ` το χώρισμα και έτεινε την όμορφη προβοσκίδα του. Τον πλησίασα, ενώ έβλεπα τους διώκτες του να έρχονται, ένοιωθα ότι το ζώο αφέθηκε στο άγγιγμα μου με μια θλιμμένη προσμονή.

Οι λυκόμορφοι εχθροί του είχαν φτάσει, τα στοματά τους ήταν έτοιμα να κατασπαράξουν το πίσω μέρος του μικρού ελέφαντα.

Καμιά βοήθεια, από κανέναν δεν θα έρχονταν, το ήξερα. Μόνο εγώ υπήρχα εκεί για το θύμα. Έτρεμα, σχεδόν ένοιωθα να μου φεύγουν τα ούρα από την κύστη. Έβγαλα φωνή μεγάλη, που ξέφυγε στον αέρα, μετατράπηκε σε ένα ουρλιαχτό που σκέπασε τα άλλα ουρλιαχτά, τα κορναρίσματα και τις κλαγγές της πόλης.

Αγκάλιασα το μεγάλο κεφάλι που με εμπιστοσύνη αφέθηκε. Ένοιωσα τα δόντια και τα νύχια μου να μεγαλώνουν. Και όρμησα μπροστά, με όλη τη δύναμη και το σθένος που νόμιζα ότι δεν είχα, αλλα αίφνης αναδύθηκε από μέσα μου, και ρίχτηκα στο μακελειό.-     

Κ.Β. 9.12.2021