Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

2022-09-03 18:28

artfact  GOYA  (To άλογο - απαγωγέας). (χαρτί)

Η Μεγάλη Παρασκευή

Και χτυπούσαν τα κουταλάκια στα πορσελάνινα πιατάκια, καθώς ανακάτευαν νευρικά και αμήχανα τον καφέ ή το γλυκό του κουταλιού, στο σαλόνι με τον αναμμένο πολυέλαιο και το βαρύ σκρίνιο με το μάρμαρο, οι επίδοξοι γαμπροί της Παρασκευής και τα μελλοντικά πεθερικά. Και τίποτα δεν έγινε. Κόπηκαν όλοι στις εξετάσεις. Δεν πέρασαν τη βάση, δεν συγκέντρωσαν τα μόρια για να «εισέλθουν εις γάμου κοινωνία». Πέρασε, μια νεότητα, μια ωριμότητα, μια ζωή, για την Παρασκευή με προξενιά, συνοικέσια, με γαμπρούς κάποιας τάξης, κάποιας οικογενείας, κάποιας περιουσίας.

 Χωρίς να χάσει ποτέ το χαμόγελο και τον ευπροσήγορο χαρακτήρα της, η Παρασκευή ξέμεινε στο ράφι. Μόνο να, σαν να στέγνωσαν κάπως τα χείλια της, το στόμα κάπως πιο λεπτό, πικρό και αυστηρό, γνώριμο σε πολλές γεροντοκόρες, μπορούσαμε να το μαντέψουμε, παρά πράγματι να το δούμε.

*

Η Παρασκευή είχε ξεκινήσει με μεγάλες προσδοκίες τη ζωή της, ως νέα γυναίκα. Για τα παιδικά και νεανικά χρόνια της λίγα ξέρουμε, αλλα εύκολα μπορούμε να τα υποθέσουμε… Δεν είναι καμιά σπαζοκεφαλιά!

 Γεννήθηκε σε ένα κεφαλοχώρι ενός μεγάλου ακριτικού νησιού, από μια οικογένεια καλή και σχετικά εύπορη, για εκείνα τα χρόνια. Καλή σήμαινε παραδοσιακά χριστιανική και συντηρητική, της δεξιάς παρατάξεως. Εύπορη σήμαινε ένα μαγαζί «νεωτερισμών» και κάμποσα χωράφια, καθότι τότε, όλοι σχεδόν αγρότες ήσαν και αν δεν είχαν ικανή γη, φεύγανε μετανάστες.

Έτσι με προίκα ένα δυνατό μυαλό, λιγάκι παραφουσκωμένο, μελαχρινή, λαμπερή – καλλονή όχι- ευπαρουσίαστη όμως και με μέτρο θρησκευόμενη, ξεκίνησε την καριέρα της ως πολύφερνη νύφη, αποκλειστική νοσοκόμα και φροντίστρια παππούδων, γιαγιάδων αρχικά, και ακολούθως, των γονιών της, των χηρευόντων θειάδων και θείων και επίσης βασική εποπτεύουσα του μαγαζιού. Ο μεγάλος της αδελφός μόλις τελείωσε το στρατιωτικό έμεινε στο χωριό. Μα πιο πολύ έμενε στο καφενείο παρά στο σπίτι.

*

Στο χωριό της έβγαλαν το παρατσούκλι, η Μεγάλη Παρασκευή. Τα χρόνια έσβηναν τα πίσω χρόνια με μια όλο και πιο επιταχυνόμενη διάθεση, σχεδόν σαδιστικά. Οι γέροι όλοι πέθαναν στα χέρια της και είχαν όλοι καλό και καλοτάξιδο θάνατο. Γερνούσε και αυτή και με το καιρό έβαλε παραπανίσια κιλά.

Κυριακές, Λαμπρές και ανήμερα των εορτών των θανόντων της οικογενείας, φορούσε  την καλή φούστα-μπλούζα και έφτιαχνε τα μαλλιά –τα έβαφε στο σκούρο καστανό που ήταν το φυσικό τους παλιά και πήγαινε στις λειτουργίες και τις τελετές. Δούλευε στο μαγαζί και το δούλευε καλά. Ο αδελφός έκανε πως δούλευε, έκανε τον αγρότη –ανεπιτυχώς-, ως ψαροντουφεκας πάντως ήταν πολύ καλύτερος μέχρι που παραγέρασε, γεροντοκόρος και αυτός.

Ήρθε η ώρα που η Παρασκευή βγήκε στη σύνταξη. Το μαγαζί το έδωσε σε ένα αχαΐρευτο ξάδελφο και στο γυιο του.  Το έριξαν έξω, το έκαναν μπακάλικο, μετά σουβλατζίδικο και μετά το έκλεισαν. Η Παρασκευή δεν εισέπραξε τίποτα από τα νοίκια που της χρωστούσαν.

Γερνούσε και όσο γερνούσε πάχαινε και όσο βάραινε, καθόταν. Γύρω από την πλαστική καρέκλα της έξω στην αυλή, όσο της το επέτρεπε ο καιρός, λιάζονταν ένα σωρό γατιά, η μόνη πια παρέα της. Το χειμώνα τραβούσε τη φτηνή πολυθρόνα μέσα στο δωμάτιο, που ήταν καθιστικό και υπνοδωμάτιο και μύριζε όλο και πιο δυσάρεστα, μπρος σε μια μονίμως ανοιχτή τηλεόραση, περιτριγυρισμένη από τα σπιτωμένα πλέον γατιά της.

Το σπίτι ήταν τεράστιο, δίπατο, αυτή έμενε μόνο σε αυτό το δωμάτιο, το κάτω. Σιγά σιγά άρχισε να δυσκολεύεται να πάει στη κουζίνα να μαγειρέψει. Διατροφή της ήταν τα έτοιμα σουβλάκια από ντελίβερι, πατατάκια, γκοφρέτες. Ο αδελφός της έφερνε φρούτα και μαγείρευε κανένα κρέας στο φούρνο. Συνέχισε να έρχεται –όλο και πιο σπάνια- παρ` όλο που αδελφή του γινόταν όλο πιο φιλύποπτη και εριστική, η κατάσταση με τις γάτες εκτός έλεγχου, απελπιστική.

Γυναίκες έρχονταν και έφευγαν. Τις κατηγορούσε ότι την έκλεβαν, μετά το ξεχνούσε και γινόταν η καλόγνωμη και ευγενική Παρασκευή που όλοι ήξεραν από παλιά. Έπαθε σάκχαρο, πάχυνε και άλλο, μπήκε στο νοσοκομείο της πρωτεύουσας του νησιού,  εκεί την έπιασε ένα υστερικό και την επέστρεψαν άρον-άρον στο σπίτι οπού γεννήθηκε και πέρασε όλα της τα χρόνια.

Δεν μπορούσε πια να περπατήσει, σχεδόν ούτε να σηκωθεί. Δύσκολη και βαριά περίπτωση για όποια γυναίκα την αναλάμβανε, δεν υπήρχε τέτοια στο χωριό.

Το μυαλό και η φοβερή της μνήμη δούλευαν ρολόι. Μας εντυπωσίαζε η ευστροφία και το απέραντο θυμητικό αυτής της γριάς γυναίκας που μασουλούσε συνέχεια. Θυμόταν όλα τα πρόσωπα, τα περιστατικά του χωριού. Τι φορούσε ο καθένας/μια, τι αγόραζε από το μαγαζί της, τι φορούσαν οι γυναίκες στην εκκλησία, σε κάθε γιορτή και πανηγύρι, από πού και πότε ήταν αγορασμένο. Όλες τις αγοροπωλησίες και συναλλαγές από τα διάσπαρτα χωράφια, με ελιές και αμπέλια, που είχε η οικογένεια και που σταδιακά είχαν πουληθεί ή απλά πέσει σε υποχρεωτική αγρανάπαυση, μια και δεν υπήρχαν πια χέρια να τα καλλιεργούν.

*

Το κινητό χτύπησε. Μας πήραν από το χωριό. Η Παρασκευή είχε πάθει εγκεφαλικό, ήταν στο νοσοκομείο. Τηλεφωνούσαμε κάθε μέρα πολλές φόρες να μιλήσουμε με κάποιο γιατρό, μέχρι που ξεπέρασε τον κίνδυνο, μας είπαν. Επέστρεψε στο σπίτι, αλλά πλήρως κατάκοιτη πλέον.

Μόλις μπορέσαμε, πήγαμε στο νησί, ανοίξαμε το εξοχικό σπίτι να αεριστεί και αμέσως τρέξαμε να τη δούμε. Εκεί καταλάβαμε ότι μετά το μικρό, όπως αποδείχτηκε εγκεφαλικό, εγκαταστάθηκε η άνοια. Της πήρε χρόνο να μας θυμηθεί. Από τη μνήμη πολλοί τόμοι είχαν σβηστεί.  Και ότι είχε μείνει, το βλέπαμε σαν μια σβήστρα να δούλευε εσωτερικά που έσβηνε από δω και από κει, στη τύχη, κομμάτια μνήμης που είχαν ξεμείνει.

Το Πάσχα πήγαμε ξανά, δεν υπήρχε λόγος πιεστικός, όμως πήγαμε για την Παρασκευή. Ζούσε πια σε ένα κρεβάτι με κάγκελα, σαν ένα υπερφυσικό, ασπρουλιάρικο, ξεδοντιασμένο μωρό. Δεν μας γνώρισε. Της μιλήσαμε καθαρά και ήσυχα, γλυκά και καθησυχαστικά. Της αναφέραμε τα ονόματα των γονιών μας, των θειάδων και των κοινών στην οικογένεια παππούδων μας. Μας κοίταξε με βλέμμα καθαρό, χωρίς καμιά ένδειξη αναγνώρισης. Σταματήσαμε να της μιλάμε. Μετά επαναλάβαμε το όνομα της μητέρας μας και αδελφικής, πρώτης ξαδέλφης της, για πολλοστή φορά. Κάτι σαν δάκρυ λαμπύρισε στο ένα μάτι της, σαν κάτι τις, να κινήθηκε από κάτω. Αλλα όρκο δεν μπορούμε να πάρουμε, ίσως να το φανταστήκαμε. Ίσως επειδή θέλαμε τόσο πολύ να θυμηθεί κάτι από μας, που στεκόμασταν ευλαβικά, δίπλα και πάνω από το καγκελόφραχτο κρεβατάκι της, σαν να είχαμε μια πολυφιλημενη εικόνα της παναγιάς. Ίσως.

Κ.Β.

30.6.2022