ΜΕΝΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑΔΗΜΟΣ

2020-02-23 22:33

Μενού Μπαρμπαδήμος

Είχα μόλις καθίσει δίπλα στη τζαμαρία που έβλεπε στο δρόμο όταν συνειδητοποίησα το επίμονο βούισμα στο αριστερό αυτί μου. Αν και νομίζω αρχικά ήταν ένα βούισμα και στα δυό αυτιά. Παρήγγειλα το σετ γεύμα στου Μπαρμπαδήμου, γιουβαρλάκια αυγολέμονο, σαλάτα μαρούλι συν ένα ποτήρι κρασί - εγώ παίρνω ροζέ-, αλλά ούτως η άλλως μόνο ροζέ δίνουν στο σετ γεύμα των 7.50 ευρώ, και ψωμί - παλιά το ψωμί ήταν μπόλικο, σχεδόν μισή φρατζόλα η μερίδα, τώρα όμως το έχουν περιορίσει σε δυο φέτες, χοντρές όμως.

Το βούισμα το έχω συνηθίσει, άλλωστε σε συνθήκες ησυχίας όλοι μας έχουμε κάποιο βούισμα, αλλα εγώ το έχω πιο έντονο. Μα τώρα στο εστιατόριο ο Μπαρμπαδήμος, που παρασκευή μεσημέρι είχε αρκετό κόσμο, το βούισμα επέμενε, και κάποια στιγμή έγινε τόσο δυνατό  που νόμισα πως κουφάθηκα από το αριστερό αφτί. Ναι. Και θυμάμαι ότι μου τράβηξε την προσοχή ένας ηλικιωμένος στο διπλανό τραπέζι, μοναχικός, όπως εγώ, και για να μη σκέφτομαι το βούισμα που άρχιζε να με κουφαίνει παρατηρούσα ενδελεχώς, τον κύριο με τα άσπρα χτενισμένα προς τα πίσω μαλλιά. Είχε έντονα χαρακτηριστικά, ήταν υπέρβαρος και χάλκινος, δηλαδή η φάτσα του είχε το χρώμα του χαλκού σε έντονη αντίθεση με τα κάτασπρα μαλλιά. Είχε μόλις τελειώσει το γεύμα του, σπανακόρυζο, με ελιές και ψωμί – δεν το είχε φάει όλο, ούτε όλες τις ελιές- σετ γεύμα μαγαζιού 5,50 ευρώ. Πλήρωσε και σηκώθηκε να φύγει. Τότε έγινε η έκρηξη ή μάλλον λίγο πιο μετά, όταν είχε προχωρήσει προς τη τζαμένια έξοδο και εγώ σκεφτόμουν, πόσο πιο γέρος και ταλαίπωρος φαίνεται τώρα που σηκώθηκε. Ναι, μάλλον ήταν στη πόρτα όταν έγινε η έκρηξη ή εκπυρσοκρότηση, αλλα εγώ εκείνη την στιγμή σκέφτηκα έκρηξη, δεν πήγε στο μυαλό μου εκπυρσοκρότηση, όχι, αλλα ούτε και γύρισα απέναντι διαγώνια, όπως θα ηταν φυσικό προς τη μεριά της εκπυρσοκρότησης, αλλα κοίταζα τον γέρο και είδα πως είχε φορέσει ένα ψάθινο, παλιό άσπρο καπελάκι -καβουράκι νομίζω το λένε - και κρατούσε ένα τσαντάκι ώμου Nationale-Nederlanden, τόσο παλιομοδίτικο, που θυμάμαι ότι σκέφτηκα, θεέ μου, είναι τόσο παλιό, πιο παλιό και από την ίδια την Nationale-Nederladen. Και παρόλο το βούισμα και ημικουφαμάρα μου, άκουσα τον τύπο με το κράνος να φωνάζει, «γαμώ το μουνί της μάνας σου», μετά ξανά, ακόμα πιο δυνατά, εγώ όμως, παρατηρούσα τον ηλικιωμένο που βάδιζε προς την πόρτα, σαν να μην είχε ακούσει τίποτα, και σκέφτηκα με ειρωνικό ή σαρκαστικό ή σαρδόνιο τρόπο, πως ήταν θεόκουφος, δεν είχε ακούσει την έκρηξη, που πιθανόν ήταν εκπυρσοκρότηση πυροβόλου όπλου, είχε στραμμένη τη πλάτη καθώς άνοιγε την πόρτα να βγει... και εκεί που σκεπτόμουν αυτή την κάπως χαζή σύμπτωση, δηλαδή, ότι ενώ διαπίστωνα πως κουφαινόμουν από το ένα αυτί, ταυτόχρονα, παρακολουθούσα έναν εντελώς κουφό γέρο, αυτός  έντρομος στράφηκε με μια χαρακτηριστική, αλλά θα έλεγα αγωνιώδη βραδύτητα προς τον νέο άντρα απέναντι μου και διαγώνια,  που τώρα σφάδαζε και ούρλιαζε «γαμώ το μουνί της μάνας σου». 

Κάπως απογοητευμένος, διαπίστωσα ότι ο ηλικιωμένος δεν ήταν κούφος, αλλα φοβερά γέρος, έγερνε επικίνδυνα και είχε παγώσει από όλο αυτό που γίνονταν μέσα στη σάλα του Μπαρμπαδήμου. Δύο κύριες είχαν τσιρίξει ή συνέχιζαν να τσιρίζουν με τον τρόπο που οι ηλικιωμένες κύριες τσιρίζουν και άκουσα το γκαρσόνι, έπειτα δυο άλλους θαμώνες να φωνάζουν κάτι για το όπλο, αυτοί ήταν οι πιο κοντά στον άνθρωπο, που τώρα είχε πέσει πίσω από το τραπέζι, παρασύροντας το κράνος μηχανής, που είχε ακουμπισμένο πάνω στο τραπέζι την ώρα που έτρωγε και μούγκριζε «γαμώ το μουνί της μάνας σου».

 Κανείς δεν έκανε την κίνηση να πάει προς τον πυροβολημένο να δει τι γίνεται, μου έκανε εντύπωση που δεν έβλεπα αίματα στο πάτωμα, ο τύπος είχε μπατάρει πίσω από το τραπέζι του και το τραπεζομάντηλο σχεδόν τον σκέπαζε τότε είπα ή σκέφτηκα «γαμώτο τι έγινε!» και γύρισα προς τον δικό μου ασπρομάλλη με την χάλκινη μούρη, έκπληκτος είδα πως είχε βγει έξω, βαρύς, οδυνηρά βαρύς και επώδυνα αργός, απομακρύνονταν στο δρόμο παρά τον όγκο του, γιατί ηταν πολύ μεγαλόσωμος -δεν ξέρω αν το ανέφερα αυτό-, κανείς δεν φαίνονταν να του δίνει σημασία και τότε σκέφτηκα γαμώτο, αυτός πρόλαβε, πλήρωσε και την έκανε, πριν έρθουν οι μπάτσοι, ενώ εγώ δεν έχω πληρώσει άρα δεν γίνεται να φύγω από τον Μπαρμπαδήμο, όπου έρχομαι αρκετά συχνά, αν και δεν μιλάω σε κανένα εκτός από το γκαρσόνι, που σήμερα ήταν το δεύτερο γκαρσόνι όχι το πρώτο, που με ξέρει και μου φέρνει μαζί με το νεροπότηρο και μια καράφα γεμάτη νερό, ενώ αυτό το γκαρσόν όχι, μου ‘φερε μόνο ένα ποτήρι νερό και αυτό ούτε καν γεμάτο. Όμως εκείνη την ίδια στιγμή χάρηκα, που ο φτωχός ασπρομάλλης κύριος έφευγε από τον τόπο της έκρηξης, που όπως φαίνεται ήταν πυροβολισμός από περίστροφο Πράγματι πολύ γρήγορα, ακουστήκαν σειρήνες και 4 ή 5 μηχανές με ένστολους πλάκωσαν και γέμισαν το μαγαζί μέσα έξω, απειλητικά, με τα χέρια στις λαβες των πιστολιών τους.

Αργότερα στο σπίτι όπου με φιλοξενεί η αδελφή μου, (προσωρινά μετά που μου έκαναν έξωση, όμως δεν φοβάμαι και πολύ διότι έχω σπίτι στο χωριό, ένα σπιτάκι της μάνας μου, στην ανάγκη θα πάω εκεί), σκεφτόμουν, ότι το πιθανότερο είναι να κουφάθηκα από την εκπυρσοκρότηση και αυτό που λένε μετά- σοκ ή κάπως έτσι, aftershock, και όχι πριν, πράγμα που με ανακούφισε, διότι αν αρχίζω και κουφαίνομαι στα καλακαθούμενα από βουητά τότε θα έχω σοβαρό πρόβλημα, εγκεφαλικό ή κυκλοφορικό, η αγγειακό ή δεν ξέρω τι άλλο άσχημο. Και όσο το σκέπτομαι τόσο βεβαιώνομαι,  διότι  μου ήρθε εδώ που γύρισα στο διαμέρισμα,- που προσωρινά μου παραχώρησε η αδελφή μου μετά που μου έκαναν την έξωση λογω που είμαι άνεργος και μάλιστα μακροχρόνια -, ότι άκουσα το κινητό του πυροβολημένου να κτυπάει και έπιασα με τη δεύτερη όραση μου, την κίνηση του να το βγάλει από την τσέπη του και τότε έγινε το μπαμ. Ναι. Μου ήρθαν όλα, όντως έτσι έγινε, γιατί μας ανέκριναν οι μπάτσοι, αλλα πολύ στα γρήγορα γιατί κατάλαβαν τη μαλακία, που ένας δικός τους, πυροβόλησε τα αρχίδια του μέσα σε ένα γεμάτο, από ανθρώπους που έτρωγαν ήσυχα ήσυχα μαγαζί, την ώρα που πήγε να απαντήσει το κινητό του. Και σε ποιόν φώναζε «γαμώ το μουνί της μάνας σου», αφού είχε αυτοπυροβοληθεί;  κανείς δεν αναρωτήθηκε, ίσως γιατί είναι κάτι φυσικό όταν σου έχουν γίνει τα αρχίδια σμπαράλια, ή ίσως να εννοούσε το κινητό του ή αυτόν ή αυτή που τον κάλεσε εκείνη την γαμημένη στιγμή. Τι μαλάκας, τι γκαντέμης όλοι θα σκεφτήκαν, αλλα εγώ τον λυπήθηκα, που ανατίναξε ο άμοιρος τα μπαλάκια του, ήταν ένας νέος, όχι άσχημος άντρας, σίγουρα θα είχε κοπέλα, ίσως γυναίκα, μπορεί να ήταν αρραβωνιασμένος και ετοιμάζονταν να παντρευτεί και τώρα ...

Με αυτά ηρέμησα γιατί η σκέψη ότι κουφάθηκα έστω από ένα αυτί με φρίκαρε, είναι που, ψάχνω μήνες σαν τρελός για δουλειά, δεν έχω σπίτι, είμαι χωρισμένος κιόλας … αν κουφαινόμουν  τότε καλύτερα να με πυροβολούσαν στο κεφάλι κατευθείαν  να ξεμπερδεύω.  

Β.Κ. 14.02.2020