Η Γυάλινη Μπαλαρίνα

Η Γυάλινη Μπαλαρίνα

 «Το χειρότερο απ` όλα ήταν όταν με κατάπιε το ψάρι. Ούτε κατάλαβα πώς σκοτείνιασαν όλα και κει που ήταν να πνιγώ  βρέθηκα στο στομάχι αυτής της ψαρούκλας. Σκοτάδι, βρώμα και γλίτσα. Θεέ και κύριε! Και όμως πρέπει να το ευγνωμονώ, αλλιώς θα έμενα στον πάτο της θάλασσας για πάντα, γλυκιά μου», είπε ο μολυβένιος στρατιώτης αναστενάζοντας. Με κοίταξε με νόημα και το κερωμένο μαύρο σαν κατράμι, τσιγκελωτό μουστάκι του ανεβοκατέβηκε. Ομολογώ χωρίς ντροπή  πως έχω αδυναμία στα τσιγκελωτά, στρατιωτικά μουστάκια.

Είχα κλάψει από χαρά, (με το που έφυγε το σοκ από την κατάπληξη) σήμερα το πρωί όταν τον έφερε ο Ρόμπερτ καταχαρούμενος στο μαγαζί και τον τοποθέτησε δίπλα μου στο  «ράφι μας».

Σήμερα είναι της Υπαπαντής, δεν με νοιάζει διόλου τι γίνεται  έξω στον κόσμο, για μένα είναι μέρα γιορτής!

**

Όλα άρχισαν πριν σαράντα μέρες ακριβώς, στις 22 Δεκεμβρίου, παραμονές γιορτών. Ξημέρωσε μια παγωμένη μέρα, με χιονόνερο από νωρίς, άξαφνα σταμάτησε και μια δυνατή ηλιαχτίδα τρύπησε τη βιτρίνα του μαγαζιού και όλα λούστηκαν στο λαμπερό, γλαυκό φως.

Ο κ. Κουν ο ιδιοκτήτης και ο μικρός του γιος, ο Ρόμπερτ, ξεπακετάρισαν ένα μεγάλο κουτί. Είχε μέσα 25 μολυβένιους στρατιώτες, ολόιδιους, με κατακόκκινα χιτώνια, μαύρες μπότες, σκελέες και μαύρα ψηλά καπέλα των σκωτσέζων τουφεκιοφόρων.

«Μα μπαμπά, κοίτα εδώ. Ο τελευταίος που έβγαλα απ` το κουτί είναι κουτσός, του λείπει ένα πόδι!»

Ο κ. Κουν πλησίασε και τα ματογυάλια του κουνήθηκαν θυμωμένα πάνω στη χοντρή σαν γλυκοπατάτα μύτη του.

«Χμ, οι μασκαράδες, τους τέλειωσε το μολύβι στο εργοστάσιο, το τελευταίο στρατιωτάκι τους βγήκε λειψό. Δεν έχει ξαναγίνει τέτοιο πράγμα», ανέκραξε. «Ποιος θα πάρει μια διμοιρία με κουτσό έναν φαντάρο!»

Πατέρας και γιος το συζήτησαν λιγάκι και αποφάσισαν τον κουτσό στρατιώτη να τον αποσύρουν.

«Πατέρα θα τον βάλω εκεί με την κουλή μπαλαρίνα. Μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων θα δούμε τι θα κάνουμε με αυτό το ράφι.»

«Ναι, μαζεύονται διάφορα άχρηστα…», μουρμούρισε ο γέρος.

Τα άχρηστα είμαστε εμείς το ελαττωματικά παιχνίδια, που δεν τα θέλει κανείς και σκονίζονται στο βάθος του μαγαζιού. Και ναι, σωστά το καταλάβατε, εγώ είμαι η κουλή μπαλαρίνα. Είμαι σε στάση πιρουέτας με το ένα πόδι ανασηκωμένο στον αέρα προς τα πίσω και πλαγίως, το αντίθετο χέρι λυγισμένο ψηλά προς τα πάνω, μόνο που δεν υπάρχει πια. Έσπασε στο αμπαλάρισμα…

**

Εκείνη τη μέρα δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Σεπτέμβριος, μόλις είχαν ανοίξει τα σχολεία. Ήμασταν επτά, γυάλινες μπαλαρίνες με κοντά φουρό, σε επτά διαφορικές η καθεμία πιρουέτες. Σάββατο μεσημέρι λίγο πριν το κλείσιμο, ένα κοριτσάκι με σπυράκια, κατάμαυρα μαλλιά (παράξενο γιατί εδώ στη Δανία όλα τα κοριτσάκια είναι κατάξανθα) όρμησε κατευθείαν προς το μέρος μας  και με τσιριχτή φωνή απαίτησε τις μπαλαρίνες «ΤΗΣ». Η κυρία μητέρα της, πλήρωσε και πήγαμε για πακετάρισμα. Εκεί έγινε το κακό! Τη συνέχεια την φαντάζεστε…

Κατέληξα στο ράφι με τα αζήτητα. Τι ζωή, τι ντροπή! Τι μοναξιά και λύπη! Νομίζετε πως επειδή είμαι μια γυάλινη μπαλαρίνα δεν λυπάμαι, δεν χαίρομαι και λάμπω όταν με λούζει το φως του ήλιου; Δεν νιώθω περηφάνια όταν θαυμάζουν τις γυάλινες λεπτές γάμπες, τη δαχτυλιδένια μέση μου; Όλα αυτά χάθηκαν για πάντα εκείνο το Σάββατο του περασμένου Σεπτέμβρη.

 

**

Επιτέλους το μαγαζί έκλεισε και ο κ. Κουν πήγε σπίτι. Τι μαρτύριο θεέ μου, να πρέπει να στεκόμαστε σαν άψυχα  αντικείμενα όσο είμαστε ανοιχτά. Σήμερα το πρωί, όταν έφερε ο Ρόμπερτ τον στρατιώτη μου, ίσα που κρατήθηκα, παρά λίγο να πέσω ξερή. Εκείνος όμως δεν έδειξε το παραμικρό, γιατί είναι στρατιώτης και βρετανός, εκπαιδευμένος, όσο είναι σε υπηρεσία απαγορεύεται το καθετί, εκτός από το να στέκεται προσοχή με το όπλο του επ` ώμου, αλύγιστος, έστω και με ένα πόδι.

Αυτό που συνέβη και παραλίγο να τον χάσω είναι απίστευτο.

Την παραμονή της πρωτοχρονιάς είχε χιονίσει και ο μικρός Ρόμπερτ θέλησε να σκαρώσει μια μάχη στο χιόνι.  Έτσι, μαζί με τα υπόλοιπα στρατιωτάκια και ο δικός μου αγαπημένος επιστρατεύτηκε, μα ο μικρός όταν τέλειωσε τη μάχη του, ξέχασε τον στρατιώτη μου έξω στο χιονισμένο περβάζι. Και έτσι άρχισε η περιπέτειά του. Τον άρπαξαν κάποια παλιόπαιδα για να παίξουν όμως τους έπεσε σε ένα υπόνομο και παρασύρθηκε μέχρι τη θάλασσα, τον κατάπιε ένα ψάρι και ο γενναίος μου στρατιώτης κατέληξε στη κοιλιά του κήτους σαν τον φτωχό Ιωνά, μες` στα ψαρίσια, θεοσκότεινα σπλάχνα. Και να, προχθές το ψάρεψαν και από καθαρή εύνοα της τύχης αγόρασε το ψάρι η μαμά του Ρόμπερτ, τον βρήκε στο καθάρισμα η υπηρέτρια, τον έπλυνε, τον έδωσε στη κυρά της και  αυτή  στον κατάπληκτο γιό της.

Τέλος καλό, όλα καλά, σαν παραμύθι.-