ΠΑΡΑΦΕΡΘΗΚΕ

ΠΑΡΑΦΕΡΘΗΚΕ

 

Ξαφνικά , αργά το βράδυ ο φίλος μου Ν., μου τηλεφώνησε. Μιλάμε κάθε μέρα, αλλά πολύ  σπάνια τόσο αργά.

  • Τελικά την έκανα εκείνη τη συζήτηση  με την Κ., όπως σου έλεγα χθες.
  • ναι, ε?
  • Της είπα να χωρίσουμε, δηλ. δεν συζητήσαμε και πολύ, εγώ της είπα ότι … τέλος, θέλω να χωρίσουμε, να τελειώνουμε…
  • Έλα ρε, για πες…
  • Ήταν σύντομη η συζήτηση, ήθελα να τελειώνουμε, δηλ. κατάλαβες χωρίς πολλά…
  • Τι είπε ρε συ, τι είπατε?
  • Παραφέρθηκα
  • Τι?
  • Ξέσπασα άγρια μετά από 15 χρόνια, έβγαλα τα αντερα μου… τα έκανα γυαλιά καρφιά…
  • Τι γυαλιά καρφιά? Τι έγινε? Τι σου είπε?
  • Δεν ξέρω, δεν θυμάμαι τι μου είπε ακριβώς, απλά εκεί που άρχισε να λέει για προδοσία και κάτι μαλακίες, αναποδογύρισα το τραπέζι… άρχισα να πεταω προς τη μπαλκονόπορτα ότι έβρισκα, μετά άρπαξα το λαπτοπ, το δικό μου όχι το δικό της και το έκανα κομμάτια… μετά το στερεοφωνικό και μετά την τηλεόραση, άρχισα να τη κλωτσώ… τη τηλεόραση εννοώ…
  • Ω, ρε φίλε!
  • Ξέσπασα άσχημα, σου λέω, αλλά φρίκαρε με το γατί…
  • Ποιο το μαύρο?
  • Όχι το άλλο, τη Λούση. Το κλώτσησα πολύ άσχημα στη κοιλιά όπως πετάχτηκε ξαφνικά, με τη φασαρία και μετά το χτύπησα με τη μασιά του τζακιού…
  • Ρε μαλάκα, τι λες τώρα, είσαι τρελός?
  • Ναι, και συνέχισα στη κουζίνα, γης μαδιάμ έγινε, μαλακα, τα κατέβασα όλα κάτω, τα έκανα λίμπα!
  • Δεν μπορώ να το πιστέψω …ρε μαλακα με δουλεύεις? Και η  γυναίκα σου τι έκανε?
  • Στη αρχή έκανε πίσω ξαφνιασμένη, σάστισε, όταν άρχισα να κοπανάω τη τηλεόραση … πήγε να με σταματήσει, αλλά ήμουν εκτός εαυτού, κι` όταν χτύπησα το γατάκι, άρχισε να τσιρίζει ε, τότε την άρπαξα από το λαιμό, θα την έπνιγα, αλλά μου ξέφυγε …  σε κάποια φάση κατάλαβα ότι άνοιξε την πόρτα  και άρχισε να φωνάζει βοήθεια.
  • Ρε, δεν ξέρω τι να πω, έχω μείνει μαλάκας…
  • Ναι , ξέρω…
  • Τι έγινε ύστερα …που είσαι τώρα?
  • Μετά βγήκαν οι γείτονες, της άνοιξαν να μπει… και  εγώ τους πεταγα ότι έβρισκα… ούρλιαζα, κλείστηκαν μέσα και κλείδωσαν. Πρέπει να κλάσανε μέντες!
  • Και?...μετά? Τώρα, τι κάνεις? Πως είσαι?
  • Ήρθε η αστυνομία.
  • Γαμώτο…
  • Δυο ήτανε, χτύπησα τον ένα που μπήκε μέσα, μπούκαρε και γω είχα τη τσιμπίδα του τζακιού… νομίζω του έβγαλα το μάτι…
  • Ααα! Ε, δεν το πιστεύω!
  • Ο άλλος τράβηξε το πιστολι του, αλλά εγώ ξαφνικά ηρέμησα και του είπα, άσε δεν χρειάζεται… παραδίνομαι, με έριξε κάτω… υστερα ήρθαν κι άλλοι, μου πέρασαν χειροπέδες και άρχισαν να με κοπανάνε.
  • Που είσαι ρε φίλε…, από πού με παίρνεις?
  • Σπίτι μου είμαι, με άφησαν.
  • Τι λες, με δουλεύεις?
  • Τίποτα δεν έγινε, ρε. Όνειρο ήταν. Ξύπνησα και είπα να στο πω.

 

Κ.Β. 17/10/2018